ιεροδικείο


ιεροδικείο
το
1. μεσαιωνικό δικαστήριο το οποίο ασχολούνταν αποκλειστικά με την ανεύρεση και τιμωρία τών αιρετικών
2. μωαμεθανικό δικαστήριο που δίκαζε σύμφωνα με τον ιερό νόμο τού Ισλάμ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιεροδίκης. Η λ. στον λόγιο τ. ιεροδικείον μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Σκαρλάτου Βυζάντιου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιεροδικείο — το 1. μωαμεθανικό δικαστήριο που δικάζει με βάση τον ιερό νόμο. 2. μεσαιωνικό δικαστήριο της καθολικής Eκκλησίας για τους αιρετικούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιεροδικαστήριο — το το ιεροδικείο*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο) * + δικαστήριο. Η λ. στον λόγιο τ. ιεροδικαστήριον μαρτυρείται από το 1843 στον Κ. Ασώπιο] …   Dictionary of Greek

  • μουφτής — Αραβική λέξη (μούφτι), που την πήραν οι Τούρκοι (μουφτί) και από αυτούς οι Έλληνες. Σημαίνει κατά λέξη «αυτός που εκδίδει φετβά» (δηλαδή δικαστική απόφαση) και χαρακτηρίζει τον νομομαθή στον οποίο μπορεί να αποταθεί ένας ιδιώτης, μια κοινότητα ή… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.